Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Φθινοπώρωση

"Sweeping in the rain" (Ursula I Abresch)

Δεν ξέρω αν με ξύπνησε ο ζαλιστικός θόρυβος της ξαφνικής νεροποντής, το μούδιασμα από την ανορθόδοξη στάση ή η ανάγκη να ουρήσω. Πάντως ξύπνησα με μια ανεξήγητη διάθεση για ποπ κορν.

Ποπ κορν πρωί-πρωί;


Για εκείνα που ακόμα δεν έχουν σκάσει καλά καλά, που, ενώ το περίβλημά τους έχει ανοίξει σα μπουμπούκι, παραμένουν σκληρά και ανταγωνιστικά, για τα δόντια, στο εσωτερικό τους. Φαντάστηκα πόσο μειονεκτικά θα ένιωθε ένα τέτοιο σπυρί από καλαμπόκι, έτσι τσαλακωμένο και καχεκτικό δίπλα στα αφράτα που σωριάζονται ολάνοιχτα γύρω του. Ε, λοιπόν, αυτά τα κακομοίρικα προτιμώ.

Τι θα έλεγε άραγε ο Φρόυντ για αυτή μου την προτίμηση;


Είναι από εκείνα τα σπάνια πρωινά που το νυχτερινό όνειρο παραμένει κάτι παραπάνω από απόηχος. Συνήθως το κεφάλι μου είναι κενό το πρωί, μόνο εκείνο το νεύρο "χρειάζομαικαφέγαμώτοφελέκιμου" βρίσκεται σε πλήρη λειτουργία, ή παρασύρεται στη δίνη του πρότερου ονείρου για μερικά μόνο δευτερόλεπτα-πόσο παίρνει να φτιαχτεί ένας καφές σκέτος, καραβίσιος;- μέχρι να νεκρώσει την, όποια, ανάμνηση η συνειδητοποίηση της νέας ημέρας.Υποθέτω ότι αυτό είναι μια ένδειξη ότι λειτουργώ σα φυσιολογικός άνθρωπος( το φυσιολογικός αυθαίρετα, όσο αυθαίρετα μας το πασάρουν όσοι αρέσκονται να καλουπώνουν το ανθρώπινο ον )


Βρίσκομαι ξαπλωμένη στο μέσο ενός δωματίου που δεν είναι ούτε ζεστό, ούτε κρύο.Μεγάλο, μα , μάλλον, γυμνό.Δε θυμάμαι αν είναι κρεβάτι αυτό πάνω στο οποίο περισσότερο κείτομαι, παρά ξαπλώνω.Θυμάμαι όμως ότι το δωμάτιο δεν έχει καμία μυρωδιά. Καμία από αυτές τις διακριτικές οσμές που κάνουν μια εμπειρία να ανασύρεται από τα έγκατα της μνήμης σου όταν η ίδια η ανάμνηση έχει ατονίσει.Δεν υπάρχει ούτε πόρτα, ούτε παράθυρο. Και οι τοίχοι, καθόλου χρώμα.


Πώς γίνεται να μην έχουν χρώμα;


Απλά δεν έχουν χρώμα.


Μάλλον θα εννοείς ότι είναι λευκοί.


Όχι, δεν ήταν λευκοί, ΑΠΛΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΧΡΩΜΑ.

Ανοίγω τα μάτια μου.Μολύβι. Είναι αδύνατο να σηκωθώ ενώ είναι έκδηλο ότι δεν είμαι δεμένη, δε με σημαδεύει κανένας με όπλο,και, μάλλον, δεν πονάω.Νομίζω θα το καταλάβαινα εάν πονούσα.Είμαι εντελώς γυμνή, αν εξαιρέσεις ότι φοράω τις καλύτερες πληγές μου. Παλιές και νέες, τις καλύτερες. Είναι ανοιχτές μα δεν αναβλύζουν καθόλου αίμα. Δε μπορεί να βρίσκομαι σε νοσοκομείο. Σε ποιό νοσοκομείο θα βρισκόμουν σε ένα άχρωμο και άοσμο δωμάτιο και δη χωρίς να τον μοιράζομαι με κανέναν;
Αλλά, όχι. Δεν είμαι μόνη. Φιγούρες παρελαύνουν, σχεδόν διάφανες, αλλά παρόλα αυτά, ανθρωπόμορφες. Δεν ξέρω από που μπήκαν, αλλά κινούνται αργά, σε κάποια απόσταση από μένα.
Κάποιος αθίγγανος σηκώνει αδιάφορα τους ώμους και χάνεται. Προσέχω ότι τα νύχια του είναι βρώμικα. Τον ακολουθεί μια τσιγγάνα που σχεδόν σέρνει το πιτσιρίκι της, βουτηγμένο στη μύξα. Αυτή με κοιτάζει με συμπάθεια-ή μήπως με οίκτο; " Μακάρι να το βρεις, να το βρούμε, να βγάλουμε και κανα φράγκο. Δε βλέπεις τι τρώμε;"
Μια μπατσίνα κάνει την εμφάνισή της, φασκιωμένη σε μια στολή ατσαλάκωτη, που όμως μυρίζει μούχλα.
"Σας συμπονώ"

Μια χαρά πονάω μόνη μου, ποιός σου ζήτησε να πονέσεις μαζί μου;

"Μην είστε τόσο συναισθηματική, σας κάνει κακό", ψελλίζει και χάνεται για να αφήσει χώρο σε μια αντρική φιγούρα -  μάλλον ασφαλίτης είναι αυτός, έχει κεφάλα ασφαλίτη-, που μεταφέρει μια βαριά, σιδερένια πόρτα κρατητηρίου βαμμένη σε ένα ξεπλυμένο κυπαρισσί.
"Άσκοπο, είναι ευτελούς αξίας"

Ευτελούς αξίας; Κόστους θα εννοεί.


Όχι, αξίας είπε.


Θα έπρεπε να είχα ξεράσει πάνω του.


Γιατί δεν ξέρασα πάνω του;


Με την πρώτη γουλιά καφέ τα αερικά εξαφανίζονται. Δε μου χρειάζεται ο Φρόυντ για να καταλάβω ότι το όνειρο δεν ήταν παρά ένα σύντομο φλας μπακ των τελευταίων εβδομάδων. 
Ώστε, δεν ήταν χρόνια τελικά!
Εκείνος θα έλεγε ότι τα όνειρα δεν είναι παρά κωδικοποιήσεις αυτών που φοβόμαστε ή που επιθυμούμε. Υπάρχουν όμως και όνειρα που είναι απλά η καταγραφή παρελθουσών εμπειριών.Δε γίνεται να φοβάσαι αυτό που έχει ήδη συμβεί ή να επιθυμείς εκείνο που σιχαίνεσαι. ( καλά, για το τελευταίο δεν παίρνω και όρκο )


Καταυλισμοί, παραπήγματα, εξαθλιωμένοι άνθρωποι, φάρσες, αγγελίες, δρόμοι οργωμένοι με τα πόδια, χιλιόμετρα μέσα στο αυτοκίνητο σα νεκρική πομπή, χωρίς ίχνος μουσικής ή θορύβου μην τύχει και δεν ακούσω το ηχητικό σινιάλο, αγγελίες, ελπίδες, απογοητεύσεις, κρίσεις άσθματος, αυπνίες, κρίση πανικού, ένα σπίτι ασκούπιστο επί μήνα μην παρασύρει η σκούπα τις τελευταίες τρίχες, προσεκτικά βήματα μη μετακινήσω το πιατάκι, το κόκαλο και τα παιχνίδια, μη χύσω το νερό, ώσπου αυτό εξατμίστηκε αγνοώντας με, παραισθήσεις, ικεσίες από γνωστούς και φίλους. Εβδομάδες που το κινητό έμοιαζε με βηματοδότη μετά από βαρύτατο καρδιακό επεισόδιο και το "Όλα σε θυμίζουν" θα μπορούσε και να ήταν το soundtrack της ζωής μου.( Τώρα που το σκέφτομαι, δε σκέφτηκα να το ακούσω, άρα πάτος υπήρχε πιο χαμηλά.)


Πώς γίνεται να μου ανήκει το παρελθόν ΜΟΥ, το παρόν και το μέλλον ΜΟΥ, όταν εγώ δε μπορώ να επιλέξω σε ποιό θα ζήσω κάθε φορά;


Ίσως τα πολυπαιγμένα τσιτάτα του στυλ "η ζωή συνεχίζεται", να μην είναι απλά κλισεδάκια. Στραγγίζοντας την τελευταία γουλιά καφέ, σκέφτομαι ότι η ζωή όντως συνεχίζεται, πεισματάρικα και χωρίς να σε ρωτάει, ακόμα και αν εσύ, το ίδιο πεισματάρικα, επιμένεις να  μένεις πίσω. Το πρόβλημα (;) είναι ότι δε σε παίρνει απαραίτητα μαζί.
Και τότε κατάλαβα ότι έφτασε Σεπτέμβρης. Λάθος. Οκτώβρης. Ώστε, επανέρχομαι μαζί με τα ανανεωμένα προγράμματα του μέγκα και του αντέννα ( χα) και την επέτειο της νέας διακυβέρνησης. ( χωρίς χα ). 


Η βροχή συνεχίζει απτόητη να ξεπλένει τέντες και ταράτσες, ξεχασμένες μπουγάδες και μυρωδιές.


Όχι τις μυρωδιές.


Όχι.


Αφού εγώ δεν κατάφερα να τον βρω, ίσως, ακολουθώντας τες, με βρει εκείνος.


Δεν τη πολυσυμπαθώ τη βροχή. Ή έστω την αναζητώ μόνο σε συγκεκριμένες συγκυρίες. Αλλά σήμερα, την υποδέχθηκα μάλλον με ανακούφιση. Πόσο κακό μπορεί να είναι ένα φθινόπωρο μετά από ένα τρισάθλιο και μίζερο καλοκαίρι;( λέω μεγάλα λόγια, μήπως να αρχίσω να γίνομαι προληπτική; )
Το σπίτι σκουπίστηκε, μαζεύτηκε, κλειδώθηκε και εγκαταλείφθηκε μέχρι να βρει τις φωνές που το γεμίζουν. Και εγώ μάλλον επανήλθα. Δεν ξέρω ακόμα σε τι. Σίγουρα όχι σε ένα εξωραϊσμένο παρόν αλλά έστω σε ένα παρόν που μοιάζει πιο κοντά στο μέλλον του παρά στο παρελθόν του.


Φίλοι, σας ευχαριστώ. Που ψάξατε, που ψάχνετε, που θα συνεχίσετε να ψάχνετε. Και μιας και ανταμώνουμε ξανά, μήπως ξέρετε αν τώρα που μας έκοψαν το κάπνισμα, θα σταματήσουν και να μας πηδάνε; Γιατί, το παραδέχομαι, τη βροχή μπορώ να την ανεχτώ αλλά δεν ανέχομαι να γαμιέμαι χωρίς να ξέρω ότι μετά θα το φουντώσω. Και είναι δικαίωμά μου.


"Entrance to another world" (Dragan Mihajlovic)